
96
1. Εξαγορά θυγατρικής – Αναγνώριση
υπεραξίας, αύλων περιουσιακών
στοιχείων- Αποτίμηση
Σημαντικότερο θέμα ελέγχου Αντιμετώπιση ελεγκτικού θέματος
Την 31 Δεκεμβρίου 2021 στην Ετήσια Οικονομική
Έκθεση ο Όμιλος εμφανίζει Υπεραξία ύψους
€ 2.735 χιλ. (€ 1.232 χιλ την 31.12.2020) και Άυλα
περιουσιακά στοιχεία ύψους € 8.571 χιλ. (€ 5.322
χιλ την 31.12.2020).
Όπως γνωστοποιείται στη Σημείωση 12 της ετήσιας
οικονομικής έκθεσης, στις 19 Μαρτίου 2021, ο
Όμιλος εξαγόρασε το σύνολο των μετοχών και
απέκτησε τον έλεγχο της εταιρείας Centevo AB, η
οποία εδρεύει στην Στοκχόλμη, έναντι € 4.000 χιλ.
Ο Όμιλος συμπεριέλαβε στις ενοποιημένες
χρηματοοικονομικές καταστάσεις της περιόδου που
έληξε την 31/12/2021 την εν λόγω συμμετοχή
σύμφωνα με τις απαιτήσεις για τις επιχειρηματικές
συνενώσεις του ΔΠΧΑ 3 και τις απαιτήσεις σχετικά
με τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές
καταστάσεις του ΔΠΧΑ 10, αναγνωρίζοντας
υπεραξία ποσού € 1.514 χιλ. περίπου και άυλα
περιουσιακά στοιχεία, ποσού € 2.253 χιλ. περίπου.
Σύμφωνα με τη λογιστική πολιτική του Ομίλου, τα
άυλα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται
μεμονωμένα αναγνωρίζονται στο κόστος, ενώ αυτά
που αποκτώνται μέσω συνενώσεων επιχειρήσεων
αναγνωρίζονται σε εύλογες αξίες κατά την
ημερομηνία της εξαγοράς.
Κατ’ εφαρμογή των όσων προβλέπονται από το
ΔΛΠ 36, η υπεραξία και τα άυλα περιουσιακά
στοιχεία με απροσδιόριστη ωφέλιμη ζωή
ελέγχονται για απομείωση τουλάχιστον σε ετήσια
βάση, ενώ τα άυλα περιουσιακά στοιχεία με
περιορισμένη ωφέλιμη ζωή ελέγχονται όποτε
υπάρχουν σχετικές ενδείξεις.
Λόγω του βαθμού των κρίσεων της διοίκησης στην
εφαρμογή της μεθόδου απόκτησης για την
ενσωμάτωση της συγκεκριμένης θυγατρικής, στις
ενοποιημένες καταστάσεις του Ομίλου, σύμφωνα
με τις οδηγίες του ΔΠΧΑ 3, καθώς και την αρχική
αναγνώριση της υπεραξίας και των άυλων
περιουσιακών στοιχείων που προέκυψαν από την
εν λόγω συναλλαγή, αλλά και λόγω των
εκτιμήσεων και παραδοχών που χρησιμοποίησε η
διοίκηση στο πλαίσιο του ελέγχου απομείωσης,
θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα θέματα
του ελέγχου μας.
Η ελεγκτική μας προσέγγιση περιέλαβε μεταξύ άλλων και τις
ακόλουθες βασικές διαδικασίες:
-Εξετάσαμε τα νομικά έγγραφα της εξαγοράς και
αξιολογήσαμε την ορθότητα της εφαρμογής από τη διοίκηση
του Ομίλου των λογιστικών αρχών και της πολιτικής
λογιστικοποίησης της απόκτησης ως επιχειρηματική
συνένωση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΔΠΧΑ 3 και την
ορθότητα της ενσωμάτωσης της αποκτηθείσας στις
ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις του Ομίλου
σύμφωνα και με το ΔΠΧΑ 10.
-Εξετάσαμε την καταλληλόλητα της εφαρμογής της μεθόδου
απόκτησης, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 3, και με την εμπλοκή
εξειδικευμένων συμβούλων μας, αξιολογήσαμε το εύλογο
των παραδοχών των μοντέλων αποτίμησης και γενικότερα
την καταλληλότητα της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε
για τον προσδιορισμό της εύλογης αξίας των αναγνωρίσιμων
περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής.
-Διαπιστώσαμε την ορθότητα υπολογισμού της
αναγνωρισθείσας υπεραξίας ως την διαφορά αφ΄ ενός του
συνολικού τιμήματος εξαγοράς και αφ' ετέρου των
αναγνωρίσιμων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και
των αναληφθέντων υποχρεώσεων επιμετρημένων σε
εύλογες αξίες.
- Σχετικά με την αναγνώριση των αύλων περιουσιακών
στοιχείων εξετάσαμε την πλήρωση των κριτηρίων
αναγνώρισης που προβλέπονται από το ΔΛΠ 38.
- Αξιολογήσαμε τις εκτιμήσεις της Διοίκησης σχετικά με το
αν υπάρχουν ενδείξεις απομείωσης για τα άυλα περιουσιακά
στοιχεία.
- Ως προς τον έλεγχο απομείωσης της υπεραξίας,
αξιολογήσαμε το εύλογο των παραδοχών των μοντέλων
αποτίμησης (προβλεπόμενες ταμειακές ροές, επιτόκια
προεξόφλησης κ.λ.π.) και γενικότερα την καταλληλότητα
της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε για τον
προσδιορισμό της αξίας χρήσης.
- Αξιολογήσαμε την αξιοπιστία των εκτιμήσεων της
διοίκησης, μέσω της σύγκρισης της πραγματικής απόδοσης,
σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις.
-Αξιολογήσαμε την επάρκεια και την καταλληλότητα των
γνωστοποιήσεων στις σημείωσεις 12 και 13, της ετήσιας
οικονομικής έκθεσης.